Οι Μικρασιάτες πρόγονοί μου

Αφηγείται ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΠΑΚΟΓΙΑΝΝΗΣ· μαθητής Α΄ Λκείου

Πρόγονοι - Περιοχή καταγωγής

Από την πλευρά της μητέρας μου είμαι απόγονος τέταρτης γενιάς προσφύγων. Επέλεξα να σας αφηγηθώ την ιστορία του παππού της μητέρας μου και πατέρα της μητέρας της. Ο προπάππους μου ονομαζόταν Γιώργης Καραγεωργίου και γεννήθηκε το 1910 στο χωριό Κριθιά της επαρχίας Μαδύτου (που στα Τούρκικα λεγόταν Καζάς) και ανήκε στο Σαντζάκι (=νομό) της Καλλιπόλεως, ομώνυμη χερσόνησο της Ανατολικής Θράκης.

Οικογένεια – μέλη


Γονείς του ήταν ο Αγγελής Καραγεωργίου και η Ξανθή Μυροπούλου. Ήταν το δεύτερο παιδί της οικογένειας, καθώς είχε μία η αδερφή, τη Μαρία, η οποία ήταν μεγαλύτερή του κατά πέντε χρόνια (γεννήθηκε το 1905).

Τόπος καταγωγής


Το χωριό του, η Κριθιά ήταν χωριό με αμιγώς χριστιανούς κατοίκους, περίπου 450 οικογένειες. Είχε εκκλησία αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου και στις 23 Αυγούστου γινόταν μεγάλο πανηγύρι. Επίσης, άλλες εκκλησίες γύρω από το χωριό ήταν: της Αγίας Παρασκευής, του Προφήτη Ηλία, του Αγίου Γεωργίου, του Αγίου Ιωάννου και λίγο παραέξω, της Ζωοδόχου Πηγής. Υπάρχει ένα σχεδιάγραμμα του χωριού Κριθιά που το σχεδίασε, όπως το θυμόταν, ένας Κριθιώτης δάσκαλος πρόσφυγας πρώτης γενιάς, ο Δημήτρης Βλουτής. Εκεί διακρίνεται η γειτονιά (μαχαλάς) και το πατρικό σπίτι της οικογένειας του προπάππου μου, το οποίο βρίσκεται στον αριθμό 29 της συνοικίας Καλέ Γιουλού (ή Γιολού).

Η ζωή στην Κριθιά

Ο πατέρας του ήταν ευκατάστατος κτηματίας και κτηνοτρόφος. Είχε στην ιδιοκτησία του ένα τσιφλίκι που χρειαζόταν μία μέρα για να τον γυρίσει με το άλογο, όπως έλεγαν. Εξέτρεφε επίσης πρόβατα, βοοειδή και κυρίως βουβάλια. Μάλιστα είχε εικοσιπέντε παραγιούς, ο καθένας είχε συγκεκριμένο πόστο και διεκπεραίωνε αγροτοκτηνοτροφικές κυρίως εργασίες. Επίσης, καλλιεργούσε σιτηρά και σύμφωνα με τα λεγόμενά του, το ύψος από τα στάχυα ξεπερνούσε το μέσο ανθρώπινο ύψος: «Μπαίναμε μέσα στα χωράφια με τα σπαρμένα και χανόμασταν, τα στάχυα μας έκρυβαν». Τόσο εύφορα ήταν τα εδάφη της Κριθιάς που δικαιολογούν μάλλον την ονομασία της, από τη μεγάλη και άριστη ποσότητα κριθαριού και άλλων δημητριακών που ευδοκιμούσαν στην περιοχή. Η μητέρα του ζύμωνε ψωμί σε καθημερινή βάση και για την οικογένειά της αλλά και για τους παραγιούς, τους οποίους τους αντιμετώπιζαν ως μέλη της οικογένειας· μάλιστα συνήθιζαν να τρώνε όλοι μαζί.

Εκτοπισμός στην Πάνορμο και επαναπατρισμός στην Κριθιά

Εκτοπίστηκαν από το χωριό τους για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου στην Πάνορμο μαζί με κατοίκους της Μαδύτου. Επέστρεψαν στην Κριθιά αρχές Ιανουαρίου 1919 και προσπάθησαν να συνεχίσουν την ζωή τους.

Πρόσφυγες στο Σίγρι της Λέσβου· εγκατάσταση στη νέα πατρίδα

Μετά τα θλιβερά γεγονότα της Μικρασιατικής Καταστροφής το 1922 και της ανταλλαγής πληθυσμών που ακολούθησε, ο πατέρας του μόλις αντιλήφθηκε την ισχυρή παρουσία τουρκικού στρατού στην περιοχή, φρόντισε να νοικιάσει ένα καΐκι και να επιβιβάσει την οικογένειά του με όλα τους τα υπάρχοντα, όσα μπόρεσαν να βάλουν σε μπόγους, σε μπαούλα και σε κοφίνια. Μαζί τους πήραν και ένα ζευγάρι βόδια, αλλιώτικα από αυτά που υπήρχαν εδώ στη Λέσβο, άλλης ράτσας, τουρκόβοδα τα έλεγε η προγιαγιά μου, μαζί με τον αραμπά. Έτσι φόρτωσαν όλα τα αντικείμενα καθημερινής χρήσης που είχαν και που θα τους ήταν απαραίτητα για την καθημερινότητά τους, όπως την πινακωτή τους για να βάζουν εκεί μέσα τα ζυμωμένα ψωμιά πριν τα ψήσουν. Χαρακτηριστική είναι η προτρεπτική φράση της μητέρας του προς τον πατέρα του, μόλις αντιλήφθηκε τα τουρκικά στρατεύματα στην περιοχή τους: «Τουρκιά, μυρμηγκιά, τρέξε Αγγελή να σώσουμε τα παιδιά, να φύγουμε γρήγορα». Όμως, πίστευαν ότι θα ξαναγυρίσουν στο χωριό τους, όπως είχε συμβεί και πριν λίγα χρόνια, όταν τους εκτόπισαν στην Πάνορμο. Το καΐκι λοιπόν που ναύλωσαν έφυγε από το Κάτω Λιμάνι, το επίνειο της Κριθιάς και τράβηξε ρότα όλο ίσια και μπροστά. Έτσι τους έβγαλε στο δυτικό άκρο της Λέσβου, σε ένα μικρό ψαροχώρι, το Σίγρι. Ο λόγος που επέλεξαν τη Λέσβο και όχι άλλο μέρος ήταν κυρίως γιατί στο χωριό Βρύσα ο πατέρας του είχε εκεί την αδερφή του, την Βγενιά (Ευγενία) παντρεμένη.
Εγκαταστάθηκαν, λοιπόν, στο Σίγρι μαζί με άλλους πρόσφυγες που έφταναν από την Τένεδο, την Παλαιά Φώκαια και από τα χωριά της νήσου Αλώνης του Μαρμαρά, τα Σκουπιά και κυρίως από τα Χουχλιά.
Η οικογένεια του προπαππού μου ήταν η μοναδική προσφυγική οικογένεια στο Σίγρι προερχόμενη από την Κριθιά. Δεν είχαν ούτε γνωστούς, ούτε φίλους ούτε συγγενείς στη νέα του πατρίδα. Η μοναδική συγγένισσα, η θεία Βγενιά, αδελφή του πατέρα του η οποία ζούσε σε ένα χωριό αρκετά μακριά από το Σίγρι. Επίσης, ήταν και η μοναδική οικογένεια που είχε φτάσει σώα και αβλαβής, με όλο της το νοικοκυριό, ενώ όλες οι άλλες οικογένειες θρηνούσαν απώλειες σε υλικό και ανθρώπινο δυναμικό.
Στο γραφικό ψαροχώρι ρίζωσε η οικογένεια και προσπάθησε να κάνει ένα νέο ξεκίνημα. Το Σίγρι μέχρι τότε ήταν χωριό οθωμανικό και στα σπίτια των Οθωμανών που έφυγαν με την ανταλλαγή κατοίκησαν οι πρόσφυγες. Τους δόθηκε σπίτι ευρύχωρο, διώροφο με εσωτερική αυλή και βοηθητικούς χώρους (ντάμια, πλυσταριό, αποθήκη, κουζίνα), καθώς και κλήρος δηλαδή κτηματική περιουσία στις περιοχές: Παλιόκαστρο, Γεφυράκι και Κουρού Ντερές. Η κύρια ασχολία του πατέρα του ήταν οι γεωργικές και αγροτικές εργασίες. Μάλιστα για το όργωμα και το ζευγάρισμα των χωραφιών χρησιμοποιούσαν το ζευγάρι των βοδιών που είχαν φέρει μαζί τους από την Κριθιά.

Στρατιωτική θητεία - γάμος - οικογένεια

Όταν ήρθε η κλάση του, ο προπαπούς μου υπηρέτησε τη θητεία του στον ελληνικό στρατό. Λίγα χρόνια αργότερα στις 22 Ιανουαρίου 1935 νυμφεύτηκε την προγιαγιά μου, Ευτυχία Αγρίου, επίσης προσφυγοπούλα από την Παλαιά Φώκαια της Μικράς Ασίας. Το μυστήριο του γάμου τους τελέστηκε στο πατρικό σπίτι του γαμπρού, συνήθεια εκείνης της εποχής. Οι παράνυμφοι - κουμπάροι του ζευγαριού ήταν η αδερφή του Μαρία με τον σύζυγό της πρόσφυγα επίσης από το Αιβαλί. Μετά τη στέψη ακολούθησε πλουσιοπάροχο γαμήλιο γλέντι με άφθονο ποτό κυρίως κρασί, με αστακούς και γαμήλια κεράσματα. Κάποιος από τους καλεσμένους είχε φέρει χωνί, έτσι έλεγαν τότε το γραμμόφωνο και το τραγούδι – σουξέ εκείνης της εποχής που ακουγόταν ήταν: «Το γελεκάκι που φορείς».
Αξιοσημείωτο είναι το περιστατικό με τα στιχάκια. Σύμφωνα με το γαμήλιο έθιμο ο γαμπρός έπρεπε να πει, να απαγγείλει ένα σύντομο τραγούδι της αρεσκείας του, είτε αυτοσχέδιο είτε υπαρκτό. Τότε ως νιόγαμπρος ο προπαππούς μου είπε το εξής χαρακτηριστικό τετράστιχο: «Η τύχη μου με κυνηγά / μα θα την κυνηγήσω / ή κατά κράτος θα χαθώ / ή ευτυχής θα ζήσω». Δυστυχώς, αυτό αποδείχτηκε προφητικό και επιβεβαιώθηκε στο μέλλον με τον πιο τραγικό τρόπο, όπως θα σας αναφέρω στη συνέχεια. Μάλιστα η πρόγιαγιά μου παρόλο που ήταν νεόνυμφη και υποκινούμενη πιθανόν από τη γυναικεία διαίσθηση της, εξέφρασε τη δυσαρέσκειά της για το περιεχόμενο του τραγουδιού που επέλεξε.
Το ζευγάρι έστησε το σπιτικό του στο πατρικό της προγιαγιάς μου, το οποίο της δόθηκε ως προίκα από τους γονείς της, Χαράλαμπο και Ευαγγελία Αγρίου. Ζούσαν αρμονικά και αγαπημένα μοιράζοντας το χρόνο ανάμεσα στο χωριό και στο ντάμι τους στην εξοχή, στην περιοχή στον Κουρού Ντερές. Το 1936 η προγιαγιά μου, μετά από τρία μερόνυχτα με φριχτούς πόνους, όπως έλεγε, γέννησε μέσα στο σπίτι ένα πολύ όμορφο αγόρι με σγουρά μαλλιά δυστυχώς μισολιπόθυμο από απερισκεψία της πρακτικής μαμής του χωριού. Ο προπαππούς μου ήθελε να της κάνει μήνυση αλλά λύγισε μπροστά στα παρακάλια της για να την λυπηθεί και να μη σπιλωθεί η φήμη της. Έτσι χάθηκε το πρώτο παιδί του ζευγαριού που ήταν αγόρι. Αργότερα, απέκτησαν δύο κορίτσια. Το δεύτερο από αυτά είναι η γιαγιά μου. Μάλιστα στην πίσω πλευρά μιας ξύλινης εικόνας της Αγίας Παρασκευής που έφεραν μαζί τους από την Κριθιά, ο προπάππος μου έχει γράψει με μολύβι το όνομα του παιδιού του και την ημερομηνία γέννησης: Παρασκευή, 8 Μαρτίου 1940.


Όμως, η σκιά του Β Παγκοσμίου Πολέμου σκέπασε και την Ελλάδα. Έτσι ο παπούς μου κλήθηκε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην πατρίδα. Επιστρατεύτηκε τον Οκτώβρη του 1940. Πριν φύγει από το χωριό, την πρώτη του Οκτώβρη, έσφαξε ένα αρνί και είπε στη γυναίκα του: «Ευτυχία, να τη θυμάσαι τη σημερινή μέρα! Αν γυρίσω ζωντανός κάθε χρόνο τέτοια μέρα θα σφάζω ένα αρνί». Έφυγε από το χωριό στις 5 Οκτωβρίου 1940 και ήρθε στην πόλη της Μυτιλήνης όπου είχε κληθεί για επιστράτευση η κλάση του. Επιστρατεύτηκε στο 22ο Σύνταγμα Πεζικού της Μεραρχίας Αρχιπελάγους. Μεταφέρθηκε μαζί με άλλους Λέσβιους στατευμένους στο Αλβανικό Μέτωπο και πολέμησε εκεί στο Δέλβινο, στο Καλυβάτς και στο Πόγραδετς όπου και σκοτώθηκε στις 17 Μαρτίου 1941. Ήταν μόλις 31 ετών…
Διαισθάνθηκε το θάνατό του καθώς στο τελευταίο γράμμα προς την προγιαγιά μου της έγραψε την εξής χαρακτηριστική φράση: «Το κουμάντο σου Ευτυχία εσύ το ξέρεις».


Η είδηση του χαμού του έφτασε σαν κεραυνός στο χωριό, μέσα στη Μεγάλη Εβδομάδα. Ο πρόεδρος τότε του χωριού περίμενε να περάσει το Πάσχα και μετά να το ανακοινώσει στην οικογένεια. Κάτι όμως έγινε με έναν συγγενή του, ο οποίος πήγε στο γραφείο της Κοινότητας του χωριού για να παραπονεθεί πως οι στρατιώτες που υπήρχαν στο χωριό έμπαιναν στα κτήματα του προπαππού μου προξενώντας ζημιές. «Θα έρθει ο άνθρωπος και δε θα βρει τίποτα, σας παρακαλώ κάντε κάτι». Και τότε πληροφορήθηκε το δυσάρεστο… «Εμείς περιμέναμε να περάσουν οι μέρες (δηλαδή το Πάσχα) και μετά να το ανακοινώσουμε αλλά μάθε το εσύ πρώτος ότι δυστυχώς δεν πρόκειται να γυρίσει. Φρόντισε να το ανακοινώσεις και στην οικογένειά του». Εκείνος πήγε στο σπίτι της αδερφής της προγιαγιάς μου και μετέφερε την τραγική είδηση. Ήταν Μ. Πέμπτη όταν η προγιαγιά μου έμαθε για το χαμό του άντρα της.


Ο παππούς μου λοιπόν, ο Γιώργης Καραγεωργίου έπεσε στο Πόγραδετς, αφήνοντας πίσω χήρα τη γυναίκα του μόλις 22 ετών με δύο μικρά κορίτσια. Ακολούθησε η Γερμανική Κατοχή και η πείνα, δύσκολα χρόνια για όλους και για την οικογένεια της γιαγιάς μου. Με τη δύναμη του Θεού, όπως έλεγε η πρόγιαγιά μου άντεξαν. Η επίσημη πολιτεία έστειλε ένα τιμητικό δίπλωμα ευγνωμοσύνης για το φονευθέντα προπαππού μου με μια πενιχρή σύνταξη στην προγιαγιά μου ως θύμα πολέμου. Αργότερα στο χωριό φτιάχτηκε μνημείο πεσόντων και αναγράφηκε το όνομά του, όπως και στην πόλη της Μυτιλήνης στο άγαλμα της Ελευθερίας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι καμιά άλλη οικογένεια προσφύγων που είχαν εγκατασταθεί στο Σίγρι δεν θρήνησε δικό της άνθρωπο στο Αλβανικό Μέτωπο. Μόνο η οικογένεια του προπαππού μου αυτή που είχε φτάσει στο Σίγρι αλώβητη μετά την Μικρασιατική Καταστροφή. Ήταν σειρά της τώρα να θρηνήσει…


Το Μνημείο Πεσόντων στο Σίγρι.


Μπρούτζινο κόκαλο για παπούστια.


Χωνί για αμυγδαλωτά γλυκά.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Πατρίδες της μνήμης: εκατό χρόνια νοσταλγίας

Μαρτυρία της γιαγιάς μου Μπέμπας: Η καθημερινή ζωή και ο ξεριζωμός από το χωριό μου, το Κουιτζάκι