ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΤΡΑΤΑ: Συνέντευξη για τον προπάππο μου Αθανάσιο Παραδέλλη

Αφηγείται η ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΤΡΑΤΑ

Η οικογένεια μου τυγχάνει να έχει ρίζες από την Μικρά Ασία, και ειδικότερα από την πόλη του Αϊβαλιού. Δυστυχώς, όμως, με το πλήρωμα του χρόνου οι πληροφορίες για τους περισσότερους συγγενείς μας χάθηκαν και διασώθηκαν ελάχιστα στοιχεία όπως και αντικείμενα. Ότι διασώθηκε οφείλεται στον προπάππο μου Αθανάσιο Παραδέλλη. Εκμεταλλευόμενη, λοιπόν, τη συμμετοχή μου στο εκπαιδευτικό πολιτιστικό πρόγραμμα: «Σαν παραμύθι…» είναι μια ευκαιρία να ψάξω καλύτερα κάποιες πληροφορίες για τον προπάππο μου, που μέχρι σήμερα αγνοούσα, συζητώντας με τη γιαγιά μου Μεταξία Τράτα. Αφού την επισκέφτηκα στο χωριό, συνειδητοποίησα ότι δεν ήξερα τι να τη ρωτήσω. Μεγάλη βοήθεια αλλά και έμπνευση μού έδωσαν ένα παλιό μπαούλου που είχε διασώσει ο προπάππος μου κατά το φευγιό του από το Αϊβαλί, και το φύλαγε κρυμμένο η γιαγιά μου μέσα στο σαλόνι της. Τα άλλα κειμήλια που βρήκα μέσα στο μπαούλο ήταν ένας φάκελος με μια φωτογραφία του προπάππου μου, ένα χειροποίητο γουδί με το γουδοχέρι του, δύο ανέμες μαλλιού, ένα γραμμόφωνο, ένα ταψί (σνι), δύο τροβάδες και ένας καθρέφτης.

- Γιαγιά πότε ήρθε ο προπάππος μου από το Αιβαλι;
- Η οικογένεια του προπάππου σου ήταν από το Αϊβαλί. Ήρθαν εδώ πρόσφυγες το 1922. Ήταν τέσσερα αδέλφια. Είχαν καΐκια και πολλά χωράφια. Ήταν οικογένεια, που είχε τον τρόπο της όπως και οι περισσότεροι Έλληνες, που ζούσαν στο Αϊβαλί.
- Γιατί διάλεξαν να πάνε στον Πολιχνίτο;
- Τον κόλπο της Καλλονής τον ξέρανε καλά γιατί ερχόντουσαν εδώ και ψαρεύανε σ' αυτόν.
- Ο προπάππος μου τι άνθρωπος ήταν;
- Θαλασσινός. Γερός θαλασσινός. Μέτραγε η γνώμη του. Τον ξέρανε όλοι οι ψαράδες από το Αϊβαλί, το Δικελί και τα Μοσχονήσια. Γνώριζε τους ψαρότοπους και έβγαζε πάντα τις καλύτερες ψαριές. Ήξερε να «διαβάζει» καλά και τον καιρό. Και το παραμικρό σύννεφο, να έβλεπε, μάντευε τι καιρό θα βγάλει.
- Πως κατάφερε να έρθει από τα απέναντι παράλια;
- Από απέναντι ήρθε με το δικό του καΐκι, μαζί με τα αδέλφια του όπως σου είπα και στάθηκε αρκετά τυχερός γιατί όπως μας έλεγε ίσα που πρόλαβε να κόψει τα σχοινιά από το μόλο, επειδή οι Τσέτες είχαν αρχίσει να πυρπολούν τα σκάφη των Ελλήνων.
- Ποιοι ήταν οι Τσέτες;
- Οι Τσέτες ήταν οι πιο σκληροί, φανατικοί και αδίστακτοι μουσουλμάνοι και οραματιστές ενός νέου οθωμανικού κράτους, οι λεγόμενοι Νεότουρκοι, με κεφαλή τους και σημαία τους τον Κεμάλ Ατατούρκ.
- Πού έμενε ο πατέρα σου όταν ήρθε;
- Οι περισσότεροι άνθρωποι ζούσαν σε χαλάσματα, σε αποθήκες ελαιοτριβείων, σε εκκλησίες. Ο προπάππος σου ο Θανάσης κοιμόταν οκτώ μήνες μέσα στο καΐκι του.
- Οκτώ μήνες στο καΐκι του ;
- Οκτώ μήνες! Γιατί νομίζεις πως πέθανε από την καρδιά του στα 65 του μέσα στην βάρκα; Όλα αυτά σακάτεψαν την υγεία του.
- Δεν υπήρξε καμία πρόνοια από το κράτος για την στέγαση αυτών των ανθρώπων;
- Τους έκαναν το 1930 τον συνοικισμό στη Σκάλα Πολιχνίτου, όμως δεν έφτανε. Ήταν λίγα τα σπίτια και οι ανάγκες μεγάλες. Άσε που τον έφτιαξαν μέσα σε ένα γκιόλι, όπου στράγγιζαν όλα τα νερά όταν έβρεχε.
- Ο προπάππος μου, πότε παντρεύτηκε την προγιαγιά μου;
- Το 1934. Απόκτησαν τρια παιδιά. Τον Μανώλη, που γεννήθηκε το 1935 και πέθανε το 1951, εμένα, που γεννήθηκα το 1943 και τον Χαράλαμπο, που γεννήθηκε το 1949 και πέθανε το 2012.
- Η γυναίκα του προπάππου μου ήταν κι αυτή πρόσφυγας;
- Όχι Πολυχνιάτισσα, το γένος Κουκούλα, γεννημένη το 1917. Ο προπάππος σου ήταν το 1890. Είχαν 27 χρόνια διαφορά! Όταν πέθανε την άφησε χήρα στα 38 της, με τρία παιδιά.
- Στη Μυτιλήνη πότε ήρθατε;
- Όταν γεννηθήκαμε εμείς, μετακομίσαμε στις παράγκες που είχε στήσει τότε κράτος για τους Μικρασιάτες πρόσφυγες στην ανηφόρα του Δικαστηρίου, παραλλήλως της πλευράς του κάστρου.
- Πότε πέθανε ο προπάππος μου γιαγιά;
- Δυστυχώς η μοίρα, άλλα μας έγραφε... Ένα βράδυ ο πατέρας μου δεν γύρισε σπίτι. Ανησυχήσαμε, αλλά μας συνήθιζε με κάτι τέτοια. Όμως ξημέρωσε και δεν φάνηκε. Τη μάνα μου την έζωσαν τα φίδια. Πήγε στην Αστυνομία και στο Λιμενάρχη και το δήλωσε. Τελικά, τον βρήκαν πεθαμένο στη βάρκα του από ανακοπή, ανοιχτά από τη Θερμή. Ήταν 65 χρονών.
- Και πώς τα έβγαλε πέρα χήρα γυναίκα με δυό παιδιά;
- Βρέθηκε μια δουλειά και πήγε πλύστρα στο αρχοντικό του Παπαγιαννίδη στο Κιόσκι. Έτσι μεγαλώσαμε. Αυτή με τη σκάφη και το σίδερο κι εγώ με τη βελόνα, ίσαμε να ξεσκολίσει κι ο μικρός που έγινε καπετάνιος στα καράβια.
- Και πώς βρέθηκε το μπαούλο στα χέρια σου γιαγιά;
- Το μπαούλο ήταν το μόνο που πήρε μαζί του ο πατέρας μου, από ένα πήραν και τα αδέρφια του. Πώς να χωρέσεις σε ένα τόσο δα μπαούλο όλους τους κόπους σου; Όλο το βιός σου; Το νοικοκυριό σου, τα όνειρα μιας ζωής; Η οικογένεια του προπάππου σου είχε μεγάλη περιουσία για την οποία δεν ξέρω τίποτα, χρήματα, λίρες, χωράφια, καΐκια και σπίτια. Μα όλα χάθηκαν στο χρόνο!
- Και τα κειμήλια που υπάρχουν μέσα στο μπαούλο;
- Τα αντικείμενα αυτά είναι ότι έχει διασωθεί μετά από τόσα χρόνια, τόσες μετακομίσεις. Και κάθε ένα αντικείμενο από αυτά με συνδέει με κάποια ιδιαίτερη ανάμνηση.
- Δηλαδή;
- Το γραμμόφωνο ας πούμε. Όταν το βλέπω θυμάμαι τον πετέρα μου, μαζί με την μάνα μου, να κάθονται δίπλα σε μια στόφα και να ακούν μουσική, αργά το βραδύ που καθόταν να ξεκουραστούν. Τι αγάπη που είχαν; Κοιταζόντουσαν στα μάτια χωρίς να μιλούν.
- Το γουδί;
- Στο γουδί μέσα χτυπούσαμε διάφορα μπαχαρικά και κάποια άλλα χορταρικά. Ακόμα θυμάμαι τις μυρωδιές που μοσχοβολούσαν μέσα στην παράγκα μας.
- Οι ανέμες αυτές τι είναι;
- Με τις ανέμες αυτές έγνεθε το μαλλί για να πλέξει. Αλλιώς λέγονται και ρόκες. Θυμάμαι την μαμά μου να κάνει γειτονιό σε ένα στενό στο παλιό μας σπίτι στον Πολιχνίτο και να κάνουν τη ρόκα τους.
- Το ταψί αυτό;
- Το ταψί αυτό είναι το σνι, στο οποίο μέσα έφτιαχναν τον παραδοσιακό μπακλαβά. Αργότερα το χρησιμοποιούσαμε για να σηκώνουμε τους γαμπρούς ώστε να τάξουν.


Κάπου εδώ η συνέντευξη τέλειωσε. Θεωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερό γιατί με αφορμή αυτή την εργασία ρώτησα και έμαθα πληροφορίες, που πιθανόν να μην μάθαινα ποτέ. Πρέπει να γνωρίζουμε την ιστορία μας και τις ρίζες μας. Όσο πιο γερές και βαθιές είναι οι ρίζες μας, τόσο πιο γερό είναι και το δέντρο που στηρίζουν! Χριστίνα Τράτα.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Πατρίδες της μνήμης: εκατό χρόνια νοσταλγίας

Μαρτυρία της γιαγιάς μου Μπέμπας: Η καθημερινή ζωή και ο ξεριζωμός από το χωριό μου, το Κουιτζάκι